μαυροπρόσωπος (ο, η) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: μαυροπρόσωπος
Προφορά: μαυροπρόσωπος
-
κατησχυμμένος
γυναίκα που ντροπιάστηκε
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
καταντροπιασμένος, τιποτένιος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης