Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαυροπρόσωπος (ο, η) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μαυροπρόσωπος Προφορά: μαυροπρόσωπος
  1. κατησχυμμένος γυναίκα που ντροπιάστηκε Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Η μαυροπρόσωπος επεστόμωσεν τον πεθερόν ατ’ς.

  2. καταντροπιασμένος, τιποτένιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια