Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αυλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αβλαεύω Προφορά: αυλαεύω
  1. 1) συναντώ τυχαία κάποιον 2) εκμεταλλεύομαι περιστασιακά κάποιον ή κάτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παραδείγματα:
    1) Πουθέν 'κι θα αβλαεύω το Γιάννεν ση στράταν, θα τερείς ντο θα 'φτάω ατον.
    2) Ο Πάντσ̌ιον ασού ένοιξεν το καφενείον, ήντιναν αβλαεύ' κοπανίζ' ατον σα τιμάς.

Παρατηρήσεις - Σχόλια