Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εξάφτω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εξάφτω Προφορά: εξάφτω
  1. ερεθίζω, ανάβω, κορώνω, θερμαίνομαι, πυρέσσω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο εξάπτω με την ίδια έννοια
    < Πέρσης μέγα πόλεμο επί την Ελλάδα εξήψε - Ιουλιανού « Περί ζώων ιδιότητος»>

    Χρόνοι:
    παρατατικός έξαφτα
    μέλλοντας θα εξάφτω
    αόριστος έξαψα

    Προστακτική:
    ξάψον και εξάφτ'!

    Παράδειγμα:
    « η φωτιά καλά έξαψεν»

Παρατηρήσεις - Σχόλια