Προέλευση:
από το αρχαίο εξάπτω με την ίδια έννοια
< Πέρσης μέγα πόλεμο επί την Ελλάδα εξήψε - Ιουλιανού « Περί ζώων ιδιότητος»>
Χρόνοι:
παρατατικός έξαφτα
μέλλοντας θα εξάφτω
αόριστος έξαψα
Προστακτική:
ξάψον και εξάφτ'!
Παράδειγμα:
« η φωτιά καλά έξαψεν»