Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γόμωμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γόμωμαν Προφορά: γόμωμαν
  1. γέμιση, γόμωση, γιόμισμα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το ρήμα γομώνω

Παρατηρήσεις - Σχόλια