Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαυροπροσωπία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαυροπροσωπία Προφορά: μαυροπροσωπία
  1. αισχύνη, οκνία, μαυροπροσωπία μη καθαρό πρόσωπο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια