Προέλευση:
από το αρχαίο γαυλός με τη μεταφορική έννοια ο ευέξαπάτητος
( εκφράζει αντιρρήσεις επ' αυτού ο Καθηγητής Σ. Καψωμένος)
< εκπλήρωσαν γαύλον... μέγαν...- Αριστοφάνη Όρνιθες>
Πτώσεις:
ονομαστική το γαύλ'
γενική του γαυλί'
αιτιατική το γαύλ'
Παράδειγμα:
« εθέκα γαύλ' κι εκέρδισα!»