Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαύλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαύλ' Προφορά: γαύλ
  1. στοίχημα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο γαυλός με τη μεταφορική έννοια ο ευέξαπάτητος
    ( εκφράζει αντιρρήσεις επ' αυτού ο Καθηγητής Σ. Καψωμένος)
    < εκπλήρωσαν γαύλον... μέγαν...- Αριστοφάνη Όρνιθες>

    Πτώσεις:
    ονομαστική το γαύλ'
    γενική του γαυλί'
    αιτιατική το γαύλ'

    Παράδειγμα:
    « εθέκα γαύλ' κι εκέρδισα!»

Παρατηρήσεις - Σχόλια