Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαμέτα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαμέτα Προφορά: γαμέτα
  1. περιέπεσε σε άκλιτο επιφώνημα με την έννοια του παράξενου, του οικείου, του κουραστικού Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο δωρικό το γαμέτης και γαμέτας ο σύνευνος
    <Μακάριος ο Γαμέτας - Ξενοφώντος Κύρου Παιδεία 4,6,3 Μηδέ πλαθείην γαμέτα τινί των εξ Ουρανού- Ευρυπίδη Τρωάδες 3,11>

    Σχόλιο:
    ουσιαστικό προσαγορευτικό

    Πτώσεις:
    ονομαστική ο γαμέτας
    γενική τοι γαμέτα
    αιτιατική τον γαμέταν

    Παράδειγμα:
    « Πώς κι οκνείς γαμέτα κι εσύ1- Πως δε βαριέσαι μωρέ άντρα μου! Ήταν η απόκριση της παντρεμένης στον σύνευνό της. Με τον καιρό η ρήση επεξετάθηκε σε κάθε περίπτωση κουβέντας μεταξύ οικείων και η λέξη πήρε την έννοια του " βρε αδελφέ"»

Παρατηρήσεις - Σχόλια