Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

άφελκον [Ρήμα]

Προφορά: άφελκον
  1. προστακτική του αφέλκω αλλά με έννοια αντίστροφη της αρχικής. Όχι δηλαδή σύρω, τραβώ μά, εγκαταλείπω, παύω να τραβώ κάτι, κάποιον Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το ιωνικό απέλκω και αφέλκω
    <Αφέλκομαι δύστηνος- Σοφοκλη ΟΚ 844. Πώλον αφέλξων σών από μαστών - Ευρυπίδη Εκάβη 142>

    Σχόλιο:
    Στο ποντιακό ιδίωμα συναντιέται συνηθέστατα στην προστακτική στον δε ενεστώτα ενίοτε και σαν αφελκύζω

    Παραδείγματα:
    « άφελκον α τον είπα σε ήσυχον! - Σου 'πα να μην τον τραβολογάς.»
    « άφελκον το φουργούν' - παράτησε, μη σέρνεις πλέον το κάρρο»

Παρατηρήσεις - Σχόλια