Προέλευση:
από το ιωνικό απέλκω και αφέλκω
<Αφέλκομαι δύστηνος- Σοφοκλη ΟΚ 844. Πώλον αφέλξων σών από μαστών - Ευρυπίδη Εκάβη 142>
Σχόλιο:
Στο ποντιακό ιδίωμα συναντιέται συνηθέστατα στην προστακτική στον δε ενεστώτα ενίοτε και σαν αφελκύζω
Παραδείγματα:
« άφελκον α τον είπα σε ήσυχον! - Σου 'πα να μην τον τραβολογάς.»
« άφελκον το φουργούν' - παράτησε, μη σέρνεις πλέον το κάρρο»