Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ριτζάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ριτζάκ' Προφορά: ριτζάκ
  1. ασημένια κοσμήματα στο μέτωπο αλόγου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα: Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Τα δόντια τ’ς άσπρα άμον ριτζάκια.

    Πληθυντικός: ριτζάκια.

Παρατηρήσεις - Σχόλια