Προέλευση:
από το αρχαίο ασελγής με αυτήν την έννοια και την πρόσθετη του ακόλαστου, του υπερφιλήδονου
< Σκώμμα γάρ είπ' ασελγές... Ευπόλιδος του Κωμικού Αθην. 436c>
< εις εμέμόνον ασελγής και βίαιος ούτω εγεγόνει- Δημοσθένους 21, 128>
Πτώσεις:
ονομαστική ο άσαλγος
γενική τοι άσαλγου
αιτιατική τον άσαλγον
Παράδειγμα:
« Πολλά άσαλγος παιδάς ατός ο υιός σ'! - πολύ άτακτος, αυθάδης αυτός ο γιος σου!»