Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πουλίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πουλίν Προφορά: πουλίν
  1. πουλί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1)Τα πουλία πιάν’ σην αέραν, είναι επιδέξιος.
    2) Τη πουλί το γάλαν. (τα σπανιώτατα και ακριβώτατα πράγματα)
    3) Οφέτος τα μελεσσίδα̤ πουλία ’κ’ εξέγκαν. (Σμήνος)
    4) Έφυεν το πουλίν. (χάθηκε το κέρδος)
    5) Ονομάζεται το παιδί, η γυναίκα.
    6) Πουλίν ’κί πετά. (ψυχή δεν υπάρχει, δεν ζεί)
    7) Ο κώλος ατ’ σύρ’ σα πουλία. (έχει διάρροια, έγινε πολύ ισχνός)

Παρατηρήσεις - Σχόλια