Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πουκεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πουκεύω Προφορά: πουκεύω
  1. βαριέμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Τσακράκ

    Παραδείγματα:
    1) Το χωρίον επούκεψεν το γυρεόν.
    2) Επούκεψεν ο βασιλέας ας σα ψέματα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια