Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζωνάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζωνάρ' Προφορά: ζωνάρ
  1. ζωνάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Είδα 'ζώσκουμ' έναν ζωνάρ' δεκαπέντιαλιαπία.
    2) Τη ζωναρί' σ' τα κρίματα. (η αμαρτία που έκανες να λύνεις το ζωνάρι σου, για να πλησιάσεις ξένη γυναίκα, Ιδίωμα: Άδισσας)
    3) Ασό ζωνάρ' κι αν'θεν 'κί τερεί γυναίκαν. (είναι πολύ τίμιος, κόσμιος)
    4) Λύνω το ζωνάρι μ'. (τρώγω πολύ)

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    ζώνη μήκους 3-4 μ, φτιαγμένη από βαμβακερό ύφασμα

  3. ζώνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια