Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πουαλεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πουαλεύκουμαι Προφορά: πουαλεύκουμαι
  1. μπουχτίζω, υποφέρω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση :
    τουρκική

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Επουαλεύτεν ο Θωμάς επήεν εγκάλεσεν ατον.(μπουχτίζω)
    2) Άντρας ατ’ς χασ̌λούχ’ ’κ’ έστειλεν ατεν και πολλά επουαλεύτεν. (υποφέρω)

  2. 1) μου προξενεί κάποιος στενοχώρια 2) βαριέμαι κάποιον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλιο:
    μέση φωνή του ρήματος πουγαλεύω

Παρατηρήσεις - Σχόλια