Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ζώγραφος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ζώγραφος , 2. ζωγράφος Προφορά: ζώγραφος
  1. ζωγράφος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Κόρ', δείξον με το ζώγραφον π' εζωγράφ'σεν εσένα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια