Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα ζωγραφῶ
Παράδειγμα: Κόρ', δείξον με το ζωγράφον π' εζωγράφ'σεν εσέναν.
Ενεστώτας: ζωγραφίζω Παρατατικός: εζωγράφιζα / 'ζωγράφιζα Μέλλοντας: θα ζωγραφίζω Αόριστος: εζωγράφισα / εζωγράφ'σα / 'ζωγράφ'σα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.