Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ζωγραφίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ζωγραφίζω Προφορά: ζωγραφίζω
  1. ζωγραφίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ζωγραφῶ

    Παράδειγμα:
    Κόρ', δείξον με το ζωγράφον π' εζωγράφ'σεν εσέναν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια