Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αιρετικός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αιρετικός Προφορά: αιρετικός
  1. φανατικός, αντιρρησίας, πεισματάρης Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    παράγωγο του αρχαίου ρήματος αιρώ = καταλαμβάνω, συλλαμβάνω, προσελκύω, τραβώ προς το μέρος μου
    < αιρετικόν άνθρωπον παραιτού. - Καινή Διαθήκη - Επιστολή Παύλου προς Τίτον>

    ο αιρετικός, η αιρετικέσα, το αιρετικόν

    Παράδειγμα:
    Πολλά αιρετικός έν', με τ' ατόν 'κ' ίνηται δουλεία.»

  2. ευερέθιστος,φανατικός,πεισματάρης Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    ο αιρετικός,η αιρετικέσα,το αιρετικόν

Παρατηρήσεις - Σχόλια