Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πολιτεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πολιτεύω Προφορά: πολιτεύω
  1. 1) γίνομαι της μόδας (για ρούχα) 2) προσπαθώ να φανώ αρεστός σε κάποιον αν και κατά βάθος δεν εγκρίνω τις σκέψεις ή τις πράξεις του Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια