Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σειραλής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σειραλής Προφορά: σειραλής
  1. νοικοκύρης άνθρωπος της σειράς Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια