Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ορτάκα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορτάκια Προφορά: ορτάκια
  1. ορτύκια, πάπιες Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Πληθυντικός του ουσιαστικού το ορτά̤κ'

Παρατηρήσεις - Σχόλια