Παράδειγμα: Ποπά όνεμαν και δά̤κ’ φαΐν.
Λέξη: ποπάς (ο) [Ουσιαστικό]
Ενικός: ο ποπάς, τη ποπά, τον ποπάν Πληθυντικός: οι ποπάδες, τη ποπαδίων/ ποπάδων, τοι ποπάδες/ποπάδας