Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πονώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πονώ Προφορά: πονώ
  1. πονώ, τσ̌ούζω, λυπούμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ήντσαν πολλά πονεί τ’ αλλονούς, ίνεται τη πονεμά τ’.

  2. πονάω, λυπάμαι, στενοχωριέμαι 1) αισθάνομαι πόνο 2) είμαι άρρωστος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα πονώ

    Παθητική φωνή:
    πονείουμαι = είμαι άξιος συμπάθειας

Παρατηρήσεις - Σχόλια