Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πολυλογίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πολυλογίζω Προφορά: πολυλογίζω
  1. λέω πολλά λόγια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Στο θο̤ σ’ στο θο̤ σ’, Ακρίτα μου, και μη πολυλογίζεις.

Παρατηρήσεις - Σχόλια