Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πολυκαματεμένος [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: πολυκαματεμένος Προφορά: πολυκαματεμένος
  1. εκείνος που εργάζεται πολύ, που κουράστηκε από την εργασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Θηλυκό : πολυκαματεμέντζα
    Ουδέτερο: πολυκαματεμένον

Παρατηρήσεις - Σχόλια