Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χηνιατώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χηνιατώνω Προφορά: χηνιατώνω
  1. βάφω τα νύχια με καλλυντική βαφή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια