Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χηνιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χηνιάζω Προφορά: χηνιάζω
  1. βάφω τα νύχια μου με καλλυντική βαφή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια