Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χεστέας (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮεστέας Προφορά: σεστέας
  1. δειλός 1) εκείνος που αφοδεύει από την τρομάρα του 2) αυτός που αφοδεύει συχνά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια