Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

Ευαγγελισμός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Ευαγγελισμός Προφορά: Ευαγγελισμός
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    η εορτή της 25ης Μαρτίου

    Παράδειγμα:
    Τ' Ευαγγελισμού τρώγ'νε χαψία.

Παρατηρήσεις - Σχόλια