Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ξυμίτς (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. ξυμίτ'ς , 2. ξυμύτς
σουβλερομύτης, γαμψομύτης
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
ψηλομύτης, περήφανος (μεταφορικά)
αυτός που έχει μυτερή μύτη
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια