1. Προέλευση:
από το Αττικό ξαίνω με την ίδια σημασία
2. Σχόλια:
παρατατικός: έξαινα
μέλλοντας: θα ξαίνω
αόριστος: έξασα
προστακτική: ξάσον / ξαίσον !
παράγωγο ουσιαστικό: το ξάσιμον
3. Παράδειγμα:
΄Αροψέ κι ' έσ' έμ'νε ση συνύφ'σας ημ' κι΄έξασα ολίγον μαλλίν με τ' εκείνεν - ήμουν τις προάλλες στις συννυφάδες μου και λαναρίσαμε μαζί.
4.Αναφορά:
Κ' άτα ξαίνειν συζωσάμενος (Αριστοφάνη Λυσιστράτη 536)