Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

νούνιμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. νούνιμαν , 2. νούνιγμαν Προφορά: νούνιμαν
  1. συλλογισμός, περίσκεψη Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια