Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρασάνταλος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παρασάνταλος Προφορά: παρασάνταλος
  1. άτσαλος, ακατάστατος που δεν έχει μέτρο σε ό,τι λέει ή κάνει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά παρά + σάνταλον

Παρατηρήσεις - Σχόλια