1. Προέλευση:
από το Αττικό νοσσός ο αρχαίος τύπος και νεοσσός και νεοττός, παράγωγο του ρήματος νεώττω και νεώσσω.
2.Σχόλια:
ονομαστική: η νοσσάκα
γενική: τη νοσσάκας
αιτιατική: την νοσσάκαν
3. Παράδειγμα:
Θα σπάζω οσήμερον νοσσάκαν και θα μα' ειρεύω - θα κόψω κοτόπουλο για να μαγείρεμα-
4.Αναφορά:
Ένθα δ' έσαν στρουθοίο νεοσσοί...νήπια τέκνα - εκεί ήταν σπουργιτόπουλα- (Ιλιάδα Β 311)