Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νοσσάκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νοσσάκα Προφορά: νοσσάκα
  1. πουλάδα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  2. μικρή κότα, η οποία ακόμα δε γέννησε Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. νεοσός, πουλάδα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το Αττικό νοσσός ο αρχαίος τύπος και νεοσσός και νεοττός, παράγωγο του ρήματος νεώττω και νεώσσω.

    2.Σχόλια:
    ονομαστική: η νοσσάκα
    γενική: τη νοσσάκας
    αιτιατική: την νοσσάκαν

    3. Παράδειγμα:
    Θα σπάζω οσήμερον νοσσάκαν και θα μα' ειρεύω - θα κόψω κοτόπουλο για να μαγείρεμα-

    4.Αναφορά:
    Ένθα δ' έσαν στρουθοίο νεοσσοί...νήπια τέκνα - εκεί ήταν σπουργιτόπουλα- (Ιλιάδα Β 311)

Παρατηρήσεις - Σχόλια