Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μωμογέρα (τα)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. μωμογέρα̤ , 2. Μωμογέρα̤
Προφορά: μωμογέρεα
είδος μίμων
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
1) Πληθυντικός του ουσιαστικού ο μωμόγερος
2) Εθιμικό θεατρικών αναπαραστάσεων
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια