Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Μυρίκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Μυρίκα Προφορά: Μυρίκα
  1. Μυροφόρα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Κύριο γυναικείο όνομα

Παρατηρήσεις - Σχόλια