1) Πληθυντικός του ουσιαστικού το μουμούλ' (ιον)
2) Μάμαλο και μόμ'λο, στο Βεροιώτικο ιδίωμα. Κατά Σ. Σβαρνόπουλο, είναι παρα φθορά τής Βενετσιάνικης λέξης μόμπιλο-το έπιπλο, μεταφορικά ο ασήμαντος. Πιθανόν καί η ποντιακή λέξη να είναι παραφθορά του λατινικού mobilis-e ο κινητός, ο ευκίνητος, ο μετακινούμενος, το κινητόν πράγμα, το έπιπλο (res mobiles).