Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μοθόπορος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μοθόπορος Προφορά: μοθόπορος
  1. φθινόπωρο ο μετά τας οπώρας χρόνος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια