Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παράνομος (ο) [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: παράνομος Προφορά: παράνομος
  1. 1) στο αλώνι ο διάδρομος μεταξύ του σωρού του σταριού και των αχύρων κατά το λίκνισμα 2) αυτός που κάνει κάτι παράνομα 3) αυτός που γίνεται παράνομα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια