Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαντζιρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μαντζιρίζω Προφορά: μαντζιρίζω
  1. τρώγω χωρίς να κρατήσω νηστεία Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Αρνητικός τύπος ρήματος:
    κι μαντζιρίζω που θα πει νηστεύω
    Το ρήμα είναι λατινικής προέλευσης, mangiare ιταλικά, τρώγω

  2. αρταίνομαι σταματώ τη νηστεία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια