Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μανουσάκα [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. μανουσ̌άκα̤ , 2. μανουσ̌άκια Προφορά: μανουσάκεα
  1. είδος λουλουδιού πολύ γνωστού στον Πόντο και στην Κρήτη που συναντιέται λέξη και σαν επίθετο, Μανουσακίδης, Μανουσακάκης, Μανούσος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Πληθυντικός του ουσιαστικού το μανουσάκ (ιον)

Παρατηρήσεις - Σχόλια