Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μακρέσος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μακρέσος Προφορά: μακρέσος
  1. ψηλόσωμος, μακρύς, ντελήνκαλης Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Επίθετο τριγενές - τρικατάληκτο:
    ο μακρέσος και μακρός, η μακρέσα και μακρύνα, το μακρόν,

Παρατηρήσεις - Σχόλια