Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χεργκελές (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: χεργκελές Προφορά: χεργκελές
  1. ανάγωγος ατίθασο άλογο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρική λέξη hergele

Παρατηρήσεις - Σχόλια