Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ασπαλιμένος (ο)
[Μετοχή]
Γραφή στην Ποντιακή: ασπαλιμένος
Προφορά: ασπαλιμένος
κλειδωμένος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Αντώνυμα
ασπάλιχτος (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια