Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αρρωστικόν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αρρωστικόν
Προφορά: αρρωστικόν
σπάνιο έδεσμα, που δίνεται στον άρρωστο
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παράδειγμα:
Αρρωστικά ψαλάφεσεν να δί' ατον ολίον παρχαρί' βούτορον.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια