Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αροθυμιαγμένος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αροθυμα̤γμένος Προφορά: αροθυμιαγμένος
  1. αυτός που του έμεινε η ανάμνηση ή η έλλειψη από κάτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια