Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγάπη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αγάπη Προφορά: αγάπη
  1. αγάπη, έρωτας, γυναίκα (συνεκδοχικά) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Αγάπην που ’κ’ εγάπεσεν, φιλίαν που 'κ' εποίκεν, χαϊβάν' έρθεν κι επέρασεν, γαλαπαλούχ' εποίκεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια