Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αρκουδίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αρκουδίζω Προφορά: αρκουδίζω
  1. 1) πάω πάνω στα γόνατα 2) για παιδί που μόλις περπατάει στα τέσσερα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    (βλ. λ. αρκουδεύω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια