Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λιθαρόπον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λιθαρόπον Προφορά: λιθαρόπον
  1. λιθαράκι, πετραδάκι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια