Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λείβος (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λίβος Προφορά: λίβος
  1. σύννεφο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια