Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αρκοκόπαλον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αρκοκόπαλον Προφορά: αρκοκόπαλον
  1. ξύλινη συσκευή που λειτουργούσε μηχανικά για την απομάκρυνση της αρκούδας Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια